Οι παραγωγοί ψαριών της Ελλάδας στοχεύουν την κινεζική αγορά

Τέσσερις δεκαετίες μετά την εισαγωγή της υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα, η χώρα είναι πλέον ηγέτης της αγοράς στην ιχθυοκαλλιέργεια στην Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) και διερευνά ενεργά ευκαιρίες να πουλήσει τα προϊόντα της στην Κίνα, δήλωσε ο κ. Γιάννης Πελεκανάκης, διευθυντής ευρωπαϊκών υποθέσεων Ελληνική Οργάνωση Παραγωγών Υδατοκαλλιέργειας (HAPO).

“Όσον αφορά στη συνολική παραγωγή υδατοκαλλιέργειας (μύδια και ψάρια), η Ελλάδα κατατάσσεται τέταρτη στην ΕΕ κατ ‘όγκο και δεύτερη κατά αξία”, δήλωσε ο κ. Πελεκανάκης στο Xinhua σε πρόσφατη συνέντευξη, επικαλούμενη στοιχεία που δημοσίευσε ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO).

“Όσον αφορά στην ιχθυοκαλλιέργεια – κυρίως (θαλάσσιο) λαβράκι και (θαλάσσια τσιπούρα) – η Ελλάδα κατατάσσεται πρώτη σε όρους όγκου και αξίας, καθώς αντιπροσωπεύει περίπου το 60% όλων των λαβρακίων και τσιπούρων που παράγονται στην ΕΕ” είπε.

Η ιχθυοκαλλιέργεια είναι μια από τις κύριες δραστηριότητες υδατοκαλλιέργειας στην Ελλάδα. Αυτή τη στιγμή υπάρχουν 60 παράξενες εταιρείες, κυρίως οικογενειακές μικρομεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ), σε όλη τη χώρα που λειτουργούν περίπου 300 ιχθυοτροφεία, εξήγησε.

Τα τελευταία χρόνια, 110.000-120.000 τόνοι μπάσο και τσιπούρα παράγονται στην Ελλάδα ετησίως. Πέρυσι, παρά το σοκ της πανδημίας COVID-19, η παραγωγή έφτασε τους 120.000 τόνους, αξίας 545 εκατομμυρίων ευρώ (648 εκατομμύρια δολάρια ΗΠΑ), και τα στοιχεία αυτά αναμένεται να αυξηθούν τα επόμενα χρόνια.

Η προσδοκία της HAPO είναι η παραγωγή να φτάσει τους 170.000 τόνους μέχρι το τέλος του 2030, είπε ο κ. Πελεκανάκης.

Ιδρύθηκε το 2016, το HAPO αριθμεί σήμερα 23 μέλη, των οποίων η παραγωγή αντιπροσωπεύει περίπου το 85% της συνολικής παραγωγής ιχθυοκαλλιέργειας στην Ελλάδα. Μεταξύ των κύριων στόχων του οργανισμού είναι η καθιέρωση και προώθηση της εθνικής ταυτότητας των ελληνικών προϊόντων υδατοκαλλιέργειας με βάση την εξαιρετική ποιότητα και τα ανταγωνιστικά τους πλεονεκτήματα, σημείωσε.

Οι παραγωγοί μπάσου και τσιπούρας της Ελλάδας πωλούν κυρίως στην ΕΕ, αλλά και στις ΗΠΑ, τη Μέση Ανατολή και την Ασία.

“Ετησίως, σχεδόν το 80% της παραγωγής μας εξάγεται σε 42 χώρες και το υπόλοιπο 20% πωλείται στην Ελλάδα. Το 2020, εξήγαμε περίπου 92.000 τόνους μπάσο και τσιπούρα αξίας περίπου 462 εκατομμυρίων ευρώ”, δήλωσε ο κ. Πελεκανάκης.

Οι Έλληνες προμηθευτές θαλασσινών είναι έτοιμοι να διερευνήσουν τις προοπτικές αύξησης των πωλήσεών τους στην Κίνα. Επί του παρόντος, πωλούν μόνο μικρές ποσότητες τσιπούρας εκεί. Δίνουν μεγάλη προσοχή στην Κίνα, καθώς είναι κυρίαρχος παίκτης, παραγωγός, καταναλωτής και έμπορος αλιευτικών προϊόντων, δήλωσε ο Πελεκανάκης.

“Είναι μια τεράστια αγορά και πιστεύουμε ότι υπάρχει μια ευκαιρία που θα θέλαμε να διερευνήσουμε”, πρόσθεσε.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *